Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Γιατί γυναίκες είμαστε.....κι ερωτευόμαστε βαθιά....


Έτσι μιλώ για σένα και για μένα 
επειδή σ’αγαπώ και στην αγάπη ξέρω  
να μπαίνω σαν Πανσέληνος από παντού,
για το μικρό το πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια να μαδάω γιασεμιά 
 κι έχω τη δύναμη αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές τής θάλασσας στοές
 υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε 
Ακουστά σ’έχουν τα κύματα, πως χαιδεύεις, πώς φιλάς 
πως λες ψιθυριστά το "τι" και το "έ"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
πάντα εμείς το φως κι η σκιά 
πάντα εσύ τ’αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα και τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
 Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 
που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες τους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από σένα και ν’αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο
δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
 Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου 
να μιλώ για σένα και για μένα. 
 Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς;
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ακούς;
Μαχαίρι 
σάν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς;
Είμ’εγώ, μ’ακούς;
Σ’αγαπώ, μ’ακούς;
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,
μ’ακούς;
 Που μ’αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ακούς; 
σου κρατεί το χέρι πάνω απ’τους κατακλυσμούς; 
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
θα ’ρθει μέρα, μ’ακούς;
να μάς θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ακούς;
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ακούς; των ανθρώπων
και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει στα νερά ένα ένα, μ’ακούς;
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς;
όπου κάποτε οι φιγούρες των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ακους;
 Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ακούς; 
Τό λουλούδι αυτό της καταιγίδας καί μ’ακούς; 
....της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δέ γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς;
σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς;
Δεν υπάρχει το χώμα, 
δεν υπάρχει ο αέρας πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς; 
 Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς 
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς;
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω, μ’ακούς;
 Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς; 
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
με σοφές παραμάνες και μ’αντάρτες απόμαχους
Από τι νά’ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου 
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου νά’ρθω
που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό 
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει,
για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
 Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι 
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’όλα το γύρο
του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
στο λόφο κυματίζοντας αριστερά 
το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου βυθού,
μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό,
τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
 με τ’άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης 
σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
 νά χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή 
που κανείς να μην έχει δει και ακούσει τίποτα 
μές τις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τα βοτάνια για σένα 
μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική πού διώχνω μέσα μου 
αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
το στραμμένο στό μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
που βρίσκει μες στό σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
 Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη 
Έχω δει πολλά και η γη μες’απ’το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς 
περνάς αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά της θάλασσας 
 Έτσι σ’έχω κοιτάξει που μου αρκεί να’ χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί 
 και να παίζει μέ τ’άσπρο καί το κυανό η ψυχή μου ! 
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από την αγάπη καί μαζί
Για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπιρσίμι
 Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί μόνος 
και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
μόνος, κι ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ολοστρόγγυλο βότσαλο 
στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
 Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τον Παράδεισο ! 
Στον απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα 
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιαν ηχώ
 Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ 
Να σε βλέπω μισή να περνάς στό νερό  
και μισή να σε κλαίω μες στόν Παράδεισο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου